
Σε μια κοινή αυλή στα παιδικά μου χρόνια
μάθαινα πως είναι μύθος αυτός των φυσιολογικών χαρακτήρων
κι εκείνο το περίεργο λάιφ στάιλ που μερικοί θα το ‘λεγαν εφιάλτη
και δε βγάζω κι εμένα απ’ έξω.
Το Δεσποινάκι ήταν μια διαφορετική πραγματικότητα,
μια ζωή ολόκληρη πακεταρισμένη σ’ένα σπίτι
κι απ’ το μπαλκόνι ήξερε για όλη τη γειτονιά.
Οι μάστορες την πείραζαν κι αυτή κάθε μέρα παντρευόταν
και γέλαγε ασταμάτητα.
Είχε μεταλλική φωνή κι ένρινη πολύ, σχολείο δεν ήθελε να πάει,
μόνο να παντρευτεί ήθελε.
Ίσως όχι όλοι, αλλά από ευγένεια της απαντούσαν
όταν τους φώναζε για να τους χαιρετίσει απ’ το μπαλκόνι της.
Το “ομόρφυνες” ήταν η καλημέρα της
κι ένα “έλα πάμε”-τράβηγμα απ’ το χέρι του παιδιού κάθε περαστικής μαμάς, η απάντηση που έπαιρνε.
Και τα βράδια ξυπνούσαμε απ’ τα ουρλιαχτά απόγνωσης και τα κλάματα π’ ακούγονταν απ’ το σπίτι τους.
Στους διαλόγους με τους γείτονες είχε μεγάλες παύσεις, προσπαθούσε να καταλάβει
ή προσπαθούσε να νιώσει, για εκείνη ίσως να μην είχε διαφορά.
Τα μεσημέρια ένιωθα να με παρακολουθεί στο δωμάτιό μου,
το παράθυρό μου ήταν μια οθόνη για κείνη και μελετούσε την κινούμενη εικόνα.
Δεν την έβλεπα όταν μου μιλούσε,
κρυβόταν πίσω απ’ τη στροβιλιστή σιδερένια σκάλα του ακάλυπτου.
Παλιότερα δυσκολευόμουν να της απαντώ χωρίς να τη βλέπω, δεν μπορούσα να τη διακρίνω
μετά έμαθα να της μιλώ κοιτώντας κάτι άλλο, όπως στο τηλέφωνο,
συνεχίζοντας αυτό που έκανα.
“-ωραίο το έκανες το δωμάτιό σου!
-σ’ευχαριστώ Δεσποινάκι, καλά είσαι;
-ναι! καλά! γειά σου τώρα”
Σεπτεμβρίου 28, 2007 σε 2:47 μμ
απ’ ένα μικρό κείμενο μάς δίνεις το μεγάλο. ο χούλοτ φταίει που σε βρήκα!
Σεπτεμβρίου 30, 2007 σε 10:49 μμ
η τέχνη του να βλέπεις είναι μεγαλύτερη θεωρώ Mondo! Χαίρομαι πραγματικά γι αυτό του το σφάλμα για το οποίο σε βρήκα κι εγώ!